Saturday, 20 March 2010

Δεξιά και Αριστερά

Η εισαγωγή (Προλεγόμενα) του Κωνσταντίνου Τσουκαλά στο βιβλίο του Norberto Bobbio, Δεξιά και Αριστερά: Σημασία και αίτια μιας πολιτικής διάκρισης. Όπου Α = Αριστερά, όπου Δ = Δεξιά.

Ι
Η επιτυχία του βιβλίου του Μπόμπιο εξηγείται πριν απ’ όλα από την άμεση πολιτική του επικαιρότητα. Ξαφνικά, ίσως και αναπάντεχα οι πολιτικές βεβαιότητες κατέρρευσαν και σχεδόν εν μια νυκτί βρεθήκαμε εκτεθειμένοι στους ανεμοστρόβιλους της αμφιβολίας. Ύστερα από δύο σχεδόν αιώνες σταθερότητας ενός γενικά αποδεκτού λεξιλογίου οι λέξεις, οι έννοιες και οι θεμελιακές μήτρες που μας επέτρεπαν να αυτοτοποθετούμαστε στο πολιτικό στερέωμα φαίνεται να χάσουν την παραδοσιακή νοηματική αξιοπιστία τους. Συνειδητοποιούμε τουλάχιστον πολλοί από εμάς ότι δεν ξέρουμε τι πιστεύουμε για το πολιτικό φαινόμενο, δεν ξέρουμε τι θέλουμε, δεν ξέρουμε ίσως καν τι «είμαστε». Δεν ξέρουμε αν σκεφτόμαστε και λειτουργούμε ως «δεξιοί» ή ως «αριστεροί», δεν ξέρουμε πώς να κατατάξουμε τους συντρόφους ή αντιπάλους μας, δεν ξέρουμε τι σημαίνουν και τι μπορεί να σημαίνουν η Δεξιά και η Αριστερά. Έτσι η συγκυρία μας επιβάλλει και μάλιστα επιτακτικά να θέσουμε νέα ερωτήματα όχι μόνο για το κοινωνικά δέον καθεαυτό αλλά και για τους τρόπους που είναι δυνατόν να το προσλαμβάνουμε. Όλοι νοιώθουμε ότι η πολιτική δεν είναι αυτό που ήταν. Οι πολιτικές επιχειρηματολογίες δεν μας αγγίζουν και δεν μας πείθουν όπως πριν 20 ή ακόμη και πριν 10 μόλις χρόνια. Πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία φαίνεται να ανατρέπονται ή τουλάχιστον να αποδυναμώνονται όλες οι νοητικές συντεταγμένες βάσει των οποίων προσλαμβάνουμε και αξιολογούμε τον κόσμο. Ακόμα και ο κατά κανόνα συμβατικός τρέχων πολιτικός λόγος τείνει ολοένα και συχνότερα να αυτοπροσδιορίζεται σε ρητή αντιδιαστολή με όλες τις παρελθούσες πολιτικές μορφές. Και πρώτη φορά επίσης ο διάχυτος λόγος περί κρίσης δεν αναφέρεται πια μόνο στην περιρρέουσα «αντικειμενική» κοινωνική πραγματικότητα αλλά επεκτείνεται στις μήτρες που οριοθετούν την αναπαράσταση και την κατηγοριοποίηση της. Η κρίση του πολιτιστικού μας λεξιλογίου εκφράζεται ως κρίση της οικονομίας, κρίση της ιστορίας, κρίση της πολιτικής ακόμα και ως κρίση του ορθολογισμού, κρίση του πραγματικού, κρίση του αληθινού. Έτσι στο πλαίσιο αυτό τείνουμε να αναρωτηθούμε για τη λυσιτέλεια, ακόμη και για τη χρησιμότητα των θεμελιακότερων κατηγοριών που παρακολουθούσαν την πολιτική μας συνείδηση μέχρι σήμερα. Όλοι, αν και όχι βέβαια στον ίδιο βαθμό. Όπως πάντοτε μερικοί έχουν το επώδυνο προνόμιο να αγωνιούν περισσότερο από τους άλλους. Λίγοι αναρωτιούνται για το τι σημαίνει να είναι κανείς δεξιός ενώ στην άλλη όχθη το ερώτημα παραμένει βασανιστικό και αγχωτικό. Έτσι αν για τους τέως συνειδητούς και απερίφραστους «δεξιούς» το ζήτημα φαίνεται να έχει δευτερεύουσα συνειδησιακή σημασία, πολλοί από τους μέχρι πρόσφατα συνειδητούς και αξιακά συγκροτημένους «αριστερούς» νοιώθουν ανήμποροι, αποπροσανατολισμένοι και βυθισμένοι στους βάλτους μιας ανυπόφορης κανονιστικής αμφιβολίας. Σε αυτούς τους τελευταίους κυρίως απευθύνεται το βιβλίο του Μπόμπιο, σε εκείνους που εξακολουθούν να αγωνιούν νοιώθοντας την ταυτότητα τους να ξεθωριάζει, να αποδιοργανώνεται, να ρευστοποιείται και να κατακερματίζεται. Σε εκείνους που εμμένουν στην αριστερή τους «ευαισθησία» αλλά ασφυκτιούν υπό την πίεση της διάχυτης εγχειρηματικής λογικής που τους αποπροσανατολίζει. Σε εκείνους που διστάζουν να αποξενωθούν από τις πεποιθήσεις που τους σφράγιζαν μια ολόκληρη ζωή. Σε εκείνους που επιχειρούν ακόμα να αναζωογονήσουν τις ξεφτισμένες αξιακές τους αφετηρίες. Σε εκείνους τέλος που ξέρουν ότι πίσω από έναν καθρέφτη που αντανακλά αντιφατικά και παραπλανητικά αξιακά είδωλα, καραδοκούν οι σειρήνες της αποστασιοποίησης, της αδιαφορίας και του καγχασμού. Και αναζητούν ερείσματα για να αντιδράσουν.

Το βιβλίο αυτό εντάσσεται λοιπόν σε μια συγκεκριμένα οπτική γωνία: επιχειρείται η αναβίωση μιας στρατευμένης αναλυτικής πολιτικής φιλοσοφίας η οποία θα αρνείται να εγκαταλειφθεί στο περιρρέον αξιακό κενό που μας περιβάλλει και η οποία ταυτόχρονα θα μπορεί να συνδιαλέγεται άφοβα με τα προβλήματα της εποχής μας. Μιας πολιτικής φιλοσοφίας που αντικρίζοντας κατάματα τις νέες πραγματικότητας εμμένει στις κανονιστικές της αφετηρίες και μάλιστα σε σχέση με τον ανυπέρθετο πυρήνα του πολιτικού λόγου: έναν πυρήνα που συγκροτείται από τις διαφορετικές ασυμβίβαστες και κατ’ ανάγκην αντιτιθέμενες απόψεις για το κοινωνικά δέον. Στο πλαίσιο αυτό εξειδικεύονται οι κύριοι στόχοι του Μπόμπιο: Από τη μια θέλει να καταδείξει ότι η διάκρισης Δεξιάς-Αριστεράς όχι μόνο εξακολουθεί να έχει νόημα αλλά επιπλέον αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την κριτική κατανόηση των κοινωνικοπολιτικών διακυβευμάτων, για την κατηγοριοποίηση των κοινωνικοπολιτικών αντιθέσεων και κατ’ επέκταση για την αποκρυστάλλωση προσωπικών πολιτικών θέσεων και επιλογών. Και από την άλλη επιχειρεί να καταστήσει σαφές ότι η εμμονή στην απόρριψη της νοητικής δυάδας δεν αποτελεί «αθώα» επιστημολογική επιλογή αλλά εντάσσεται σε μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική. Και με αυτήν ακριβώς την έννοια το εγχείρημα του συγγραφέα έχει καίρια σημασία. Η αυστηρά αναλυτική του προσέγγιση ενός ζητήματος το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο του κλυδωνιζόμενου πολιτικού λόγου κινητοποιεί τον αναγνώστη προς την κατεύθυνση της αποστασιοποίησης από τη συγκυρία, της επανένταξης του πολιτικού προβληματισμού στις ευρύτερες αξιακές κατηγορίες του δυτικού πολιτισμού και της αναζήτησης νέων ηθικών θεμελιώσεων των πολιτικών μας επιλογών. Ο προβληματισμός αυτός εξηγεί και την αναλυτική σκοπιά που επέλεξε ο συγγραφέας. Ο Μπόμπιο αρνείται να πέσει στην παγίδα της συγκεκριμένης περιγραφής και κατηγοριοποίησης των τρεχόντων πολιτικών διακυβευμάτων και των επίμαχων πολιτικών αντιπαραθέσεων. Αν η πολιτική και ιδεολογική συγκυρία τον προβληματίζει, δεν τον τυφλώνει ούτε και τον απορροφά. Όμως η διαπίστωση ότι πολιτικά κινήματα που αυτονοηματίζονται ως ανήκοντα στην Αριστερά και στη Δεξιά τείνουν να διαμορφώνουν και να προωθούν παραπλήσια πολιτικά και πολιτιστικά προγράμματα (διαπίστωση που παρέχει το κύριο επιχείρημα σε εκείνους που υποστηρίζουν ότι η διάκριση μεταξύ Α και Δ είναι παρωχημένη) δεν μπορεί παρά να προκαλεί ερωτήματα. Ερωτήματα που οδηγούν στον περαιτέρω προβληματισμό κατά πόσον οι θεμελιώδεις αναπαραστάσεις και οι αξίες που οριοθετούν τα πολιτικά διακυβεύματα έχουν μεταβληθεί. Το πρόβλημα λοιπόν που πρέπει να απαντηθεί συνοψίζεται ως εξής: αν τα πολιτικά προγράμματα συγκλίνουν (και για τη σύγκλιση αυτή δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία) σε ποιο βαθμό το γεγονός αυτό θα πρέπει να ερμηνευθεί ως σύγκλιση των αξιών που εκφράζονται; Με άλλα λόγια, πρέπει να διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίο η ιστορική εξέλιξη του αξιακού συστήματος επικαθορίζει το μετασχηματισμό του πολιτικού λόγου. Τίθεται έτσι το ερώτημα αν η αποδυνάμωση της πρακτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Δ και την Α σημαίνει ότι οι παραδοσιακές αξιακές τους διαφορές έχουν αρθεί η αμβλυνθεί. Στο ερώτημα αυτό ο κυρίαρχος λόγος τείνει να απαντήσει θετικά. Η άμεση εμπειρία των πολιτικών τεκταινομένων αρκεί για να τεκμηριώσει την κανονιστική σύγκλιση και ίσως και συναίνεση. Στο πλαίσιο αυτό η όξυνση των αντιθέσεων είναι περιττή ή συχνά και πλασματική: είναι μας λένε το τέλος της πολιτικής, δηλαδή το τέλος της ιστορίας. Η περίοδος που ανοίγεται μπροστά μας θα πρέπει λοιπόν να απολακτίσει τα προπατορικά της αμαρτήματα που δεν ήταν παρά οι παιδικές ασθένειες της αυτοθεσπιζόμενης ανθρωπότητας. Τα πολιτικά πάθη είναι βέβαια κατανοητά αλλά δεν πρέπει να επηρεάζουν την εργαλειακή πολιτικά μας ευθυκρισία. Έχοντας ήδη προβεί στη νέα «μεταϊδεολογική» εποχή που χαρακτηρίζεται από μια οικουμενική αξιακή συναίνεση, το δέον θα πρέπει να επικαθορίζεται από το ριπίδιο των εφικτών λύσεων. Και τα πολιτικά προγράμματα που η πραγματικότητα τα καθιστά κατ’ ανάγκη συγκλίνοντα, εκφράζουν απλώς τις διάφορες εκτιμήσεις («τεχνικές;») για το τι είναι εφικτό. Στο σημείο ακριβώς αυτό παρεμβαίνει η ανάλυση του Μπόμπιο. Όχι απαντάει, οι θεμελιακές κοινωνικές αξίες ούτε συγκλίνουν ούτε και έχουν αποδυναμωθεί. Οι πολιτικές ιδεολογίες εξακολουθούν να είναι εντοπίσιμες κατά μήκος ενός νοητού άξονα που αντιπαραθέτει τη Δ στην Α. και η αντιπαράθεση αυτή έστω και αν φαίνεται αποουσιαστικοποιημένμη και δυσεντόπιστη, εξακολουθεί να συναρτάται με τα βασικά αξιακά διλήμματα που μας παρακολουθούν εδώ και δύο αιώνες. Αυτές καθεαυτές οι αξίες δεν έχουν αλλάξει, αλλά σε έναν ολοένα πιο περίπλοκο και δυσανάγνωστο κόσμο η σύγκρουση τους αλλάζει μορφή και τα τρέχοντα διακυβεύματα προσαρμόζονται στις επιταγές των καιρών. Κύριος λοιπόν στόχος πρέπει να είναι η αναδιατύπωση των αξιακών προδιαγραφών του πολιτικού λόγου και της πολιτικής πράξης. Όμως η ιστορία δεν τελείωσε – εφόσον και καθόσον η κοινωνία είναι ή μπορεί ακόμα να προσλαμβάνεται ως καταστατικά άνιση και συνεπώς; Και άδικη, η αντιπαράθεση Δ και Α θα συνοψίζει τις αντίπαλες αντιλήψεις για την ανισότητα και τη δικαιοσύνη.

Όλα αρχίζουν λοιπόν από τις αξίες. Στο μέτρο που η πρόσληψη της πολιτικής αυτοθέσπισης αναφέρεται στο συλλογικό δέον και στο βαθμό που σε όλες τις πολιτικές συγκρούσεις υφέρπουν αντιτιθέμενες αντιλήψεις για το δέον αυτό, η αφετηρία της ανάλυσης του πολιτικού πρέπει κατά τον Μπόμπιο να παραμένει κανονιστική. Και στο σημείο αυτό η τομή την οποία επέφερε η έλευση και η εμπέδωσε της νεωτερικότητας υπήρξε αποφασιστική – ο διαφωτισμός και η κυριαρχία του ορθολογικού ανθρωπισμού συνέβαλαν αποφασιστικά στην οριοθέτηση των θεμελιακών κανονιστικών συστημάτων που ισχύουν μέχρι σήμερα. Το ευρύτερο πρόταγμα της απελευθέρωσης του ανθρώπου και η κατασκευή του «ατόμου» ψς αμετάθετου πυρήνα της κανονιστικής λογικής που διέπει την κοινωνική οργάνωση οδήγησαν στην αποκρυστάλλωση των θεμελιακών αξιών που θα οριοθετήσουν την πολιτική θεωρία και πράξη. Από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης όλες σχεδόν οι προβαλλόμενες κοινωνικοπολιτικές ιδέες συνδέονται με τα νεωτερικά ανθρωπιστικά ιδεώδη της ελευθερίας και της ισότητας. Με τα δεδομένα αυτά ο Μπόμπιο επιχειρεί να αναγνώσει τις σύγχρονες πολιτικές διαζεύξεις ως διαφορετικές και εξελισσόμενες κοινωνικές «στάσεις» απέναντι στα θεμελιακά αυτά ιδεώδη. Έτσι ακόμη και όταν η πολιτική αντιπαράθεση εμφανίζεται ως «γυμνή» σύγκρουση εξουσιαστικών βουλήσεων, η σύγκρουση αυτή ονοματίζεται και νομιμοποιείται στο πλαίσιο ενός αξιακού τοπίου το οποίο οριοθετείται μέσα από τις βασικές αξιακές του συντεταγμένες. Τουλάχιστον από τη στιγμή που η νομιμοποίηση της πολιτικής δράσης άρχισε να εκλογικεύεται στη βάση ευρύτερων και οικουμενικότερων κανονιστικών θεμελιώσεων, η μάχη για την εξουσία δεν μπορεί να διεξάγεται σαν απλό παίγνιο πολιτικής αντιπαράθεσης με μόνο στόχο τη νίκη. Μαζί με τους ανθρώπους, τις φατρίες και τα κόμματα συγκρούονται συλλογικά και ταξικά συμφέροντα, ιδέες και αξίες. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό αναδύθηκε και αποκρυσταλλώθηκε η αντιπαράθεση Δ και Α. Η ισότητα και η ελευθερία και κυρίως η λογική και ιστορική σχέση που τις αρθρώνει σε ένα συνολικό και ιεραρχημένο κανονιστικό σύνολο αποκρυσταλλώνονται σε συγκροτημένα συστήματα αξιακών επιταγών γύρω από τα οποία θα επικεντρωθούν οι πολιτικοί λόγοι και τα πολιτικά προτάγματα. Ο λογικός και ιστορικός διαχωρισμός Δ και Α δεν είναι λοιπόν ούτε τυχαίος ούτε ξεπερασμένος. Για όσο καιρό το πρόβλημα του πολιτικού κοινωνικού δέοντος εξακολουθεί να είναι εμποτισμένο στις περίπλοκες και μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις των ιδεωδών της ισότητας και της ελευθερίας, θα επιζεί και η εννοιοποίηση των αποκλινουσών στάσεων σε συνάρτηση με τον ιδεατό άξονα Δ-Α. Παρά την αυθαιρεσία της τοπολογικής μεταφοράς, η εννοιοποίηση αυτή παρέχει ακόμα το λυσιτελέστερο κριτήριο τόσο για την κατάταξη των πολιτικών ιδεολογιών όσο και για την κατανόηση της εξέλιξης τους. Έτσι στη σημερινή συγκυρία που χαρακτηρίζεται από την αύξουσα αποπολιτικοποίηση και την κρίση της πολιτικής αξιοπιστίας η αναγκαιότητα να εμμείνουμε στις νοηματικές αφετηρίες των παραδοσιακών πολιτικών διακυβευμάτων είναι ίσως σημαντικότερη παρά ποτέ. Ανεξάρτητα από τις όποιες μεταβολές του πολιτικού σκηνικού αυτή καθεαυτή η ύπαρξη ενός κόσμου που είναι ολοένα και πιο άνισος και που χαρακτηρίζεται από ολοένα και πιο εξόφθαλμες παραβιάσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας καθιστά επιτακτικό τον προβληματισμό γύρω από τα παραδοσιακά αξιακά συστήματα αναφοράς που δομούνται γύρω από την ελευθερία και την ισότητα. Πράγματι άλλες θεμελιακές αξιακές συγκρούσεις δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί, τουλάχιστον ακόμη. Το φάντασμα της έλλογης και δίκαιης σύνθεσης της ελευθερίας και της ισότητας εξακολουθεί να μας στοιχειώνει. Είναι ένα από τα αιώνια (και ίσως άλυτα) προβλήματα της πολιτικής φιλοσοφίας. Εδώ ακριβώς αρχίζει η ανάλυση του Μπόμπιο. Για τον εκπεφρασμένα αριστερό και καθόλου ουδέτερο Ιταλό φιλόσοφο, η Α οριζόταν και εξακολουθεί να ορίζεται γύρω από το αξιακό «μέτωπο της ισότητας», το μέτωπο δηλαδή που συγκροτείται γύρω από το ερώτημα για τα κριτήρια και τους μηχανισμούς κατανομής των κοινωνικών αγαθών ανάμεσα στα κατ’ έκαστον άτομα. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται ρητό το προαιώνιο και εγγενώς άλυτο πρόβλημα της ανομοιότητας, ανισότητας και διαφορετικής μεταχείρισης των ατόμων που συγκροτούν το κοινωνικό σύνολο. Η ορθολογιζόμενη νεωτερική Πολιτεία οφείλει να αναμετριέται συνεχώς με το κανονιστικό πρόβλημα της «δίκαιας» και «εύλογης» κατανομής της εξουσίας, των προνομίων, του κύρους, των αγαθών και των πόρων ανάμεσα στα άτομα. Στο πλαίσιο αυτό η Α εκφράζεται με την πολιτική βούληση που κατατείνει προς τη μείωση, αποδυνάμωση ή και κατάργηση των ανισοτήτων ανάμεσα στους ανθρώπους. Και με αυτή την έννοια ο άξονας Δ-Α δομείται σε συνάρτηση με τις αντιτιθέμενες απόψεις περί της αλληλεγγύης και της επιείκειας ως καταστατικών συνιστωσών της δίκαιας πολιτειακής οργάνωσης. Ο ιδεατός διάλογος ανάμεσα στον Ρουσσώ και στον Νίτσε στον οποίο αναφέρεται ο Μπόμπιο, είναι θεμελιώδης πολιτικός διάλογος που συνοψίζει τις αντιτιθέμενες κοινωνικοπολιτικές στάσεις ως προς τις αμετάθετες κανονιστικές αρχές που πρέπει να διέπουν τις κοινωνίες μας.

ΙΙ
Με το βιβλίο αυτό ο Μπόμπιο απαντά πειστικά και νομίζω οριστικά σε όλους εκείνους που θεωρούν ότι η διάκριση Δ και Α δεν έχει πια νόημα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι είναι δυνατόν να εξαντλήσει ένα πρόβλημα που βρίσκεται και θα βρίσκεται ακόμη για πολύ καιρός το επίκεντρο του πολιτικού προβληματισμού. Πόσο μάλλον που με τον επαναπροσδιορισμό του περιεχομένου των όρων Δ και Α παρέχονται απαντήσεις όχι μόνο σε εκείνους που προσυπογράφουν τη διαφαινόμενη νοηματική αποδυνάμωση τους αλλά και στη γενικότερη ελλοχεύουσα «απώλεια νοήματος» του πολιτικού φαινομένου. Και ακριβώς στο σημείο αυτό αναδύεται νομίζω μια περαιτέρω διάσταση της προβληματικής που ανοίγεται από τον Μπόμπιο. Πράγματι η διάχυτη «αποπολιτικοποίηση» που μας περιβάλλει οδηγεί σε μιαν ευρύτερη «αποκανονιστικοποίηση» και «αποηθικοποίηση» της δημόσιας λαλά και της ιδιωτικής σφαίρας. Η αποδυνάμωση και η εξαφάνιση των δημοσίων αξιών είναι συνώνυμη με την υποχώρηση και αποφόρτιση όλων των κοινωνικών αξιών. Πράγματι ο θεσμικός και κανονιστικός χωρισμός της ιδιωτικής σφαίρας από τη δημόσια αποτελεί μια κατασκευή που απορρέει καθεαυτή από τις θεμελιώδεις αξιακές κατηγορίες της νεωτερικότητας. Η αξιακή αποδυνάμωση της μιας σφαίρας θα πρέπει λοιπόν να συνεπάγεται την αντίστοιχη αποδυνάμωση ή τουλάχιστον την αποδιοργάνωση της άλλης. Στο μέτρο που όλοι οι άνθρωποι μετέχουν ταυτόχρονα και εξ ορισμού τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο χώρο, ο σεβασμός των όρων του χωρισμού τους αποτελεί μια πρώτη κανονιστική αυτοδέσμευση από την οποία απορρέουν και οι διαφοροποιημένοι κώδικες συμπεριφοράς που κρυσταλλώνονται στους δύο χώρους. Ο «χρηστός» πολιτικής και ο «τίμιος» συναλλασσόμενος συγκροτούν τις δύο όψεις του «ηθικού ανθρώπου». Έτσι αν το «πολιτικό» υπάρχει και θεσμοθετείται σε αναφορά με το «ιδιωτικό», το τελευταίο δεν μπορεί να «λειτουργήσει» κανονιστικά εάν ταυτόχρονα δεν «λειτουργεί» και το πρώτο. Η δημόσια ανομία δεν είναι νοητή παρά σαν συνάρτηση και προϊόν μιας ιδιωτικής ανομίας. Πιο συγκεκριμένα η κανονιστική θεμελίωση της κοινωνικής οργάνωσης συγκροτείται κυρίως μέσα από τη νοητική και θεσμική κατασκευή ενός αυτόνομου πολιτικού χώρου ο οποίος εκφράζει την, αποφορτισμένη υποτίθεται από ιδιωτικά συμφέροντα, συμμετοχή των πολιτών, συμπυκνώνει τις κοινωνικές συγκρούσεις και καθιστά δυνατή τη συλλογική αυτοθέσπιση. Χωρίς πολιτική με αποδεκτό και διαφανές αξιακό νόημα το κοινωνικό γίγνεσθαι εμφανίζεται ακατανόητο, αδιαφανές και συνεπώς αδιάφορο εν τέλει. Και μολονότι μια τέτοια προοπτική δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως εξ υπαρχής αδιανόητη η έλευση ενός κόσμου απαλλαγμένου από την πολιτική αποτελεί το τρομακτικότερο ίσως από όλα τα ενδεχόμενα. Η πίστη ή έστω η φαντασιακή βεβαιότητα ότι οι διαδικασίες εκτύλιξης της συλλογικής μας μοίρας είναι κοινωνικά θεσπίσιμες και ελέγξιμες και ότι πρέπει να είναι θεσπίσιμες και ελέγξιμες και η ευρύτερη αποδοχή του αξιώματος ότι όλες οι μορφές συμμετοχής των ανθρώπων στα κοινά έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, αποτελούν της προϋποθέσεις για να μην ανοίξουν διάπλατα οι πόρτες σε όλες τις αυθαιρεσίες, αθλιότητες και ανομίες. Το τέλος της έλλογης και αξιακά συγκροτούμενης πολιτικής θα σήμαινε τον οριστικό ενταφιασμό του ανολοκλήρωτου ονείρου του Διαφωτισμού. Αυτή είναι και η βασική «μεταπολιτική» θεμελίωση που υφέρπει στις αναλύσεις του Μπόμπιο. Η διάκριση Δ και Α δεν αποτελεί μόνο την κύρια ιστορική έκφραση των πολιτικών συγκρούσεων κατά τους τελευταίους δύο αιώνες. Συγκροτεί ταυτόχρονα και κυρίως το πλαίσιο όπου θα υλοποιηθούν οι συγκεκριμένες αξιακές συγκρούσεις ως προς το περιεχόμενο και τις προοπτικές της έλλογης ανθρώπινης προόδου, είναι η μήτρα μέσα στην οποία θα επιχειρηθεί να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα «τι είναι πρόοδος» και «πως μπορεί να επιτύχουμε την πρόοδο». Και τα ερωτήματα αυτά που με τη σειρά τους σφραγίζονται από τις ιστορικές εξελίξεις οριοθετούν τον πολιτικό στοχασμό των ΄δυο τελευταίων αιώνων: από τη στιγμή που κατέρρευσαν οι μεταφυσικές και θρησκευτικές θεμελιώσεις της κοινωνικής οργάνωσης δεν ήταν δυνατόν παρά οι νέες αυτοθεσπίζουσες δυνατότητες των ανθρωπίνων κοινοτήτων να νοηματοδοτηθούν πάνω σε κανονιστική βάση και μάλιστα στη βάση των διαφορετικών απόψεων για τις θεμελιακές αξίες της νεωτερικής εποχής που συνοψίζονται στο ιδεώδες της ισότητας και της ελευθερίας. Αυτές δε οι αξίες παραμένουν πάντοτε ζωντανές.

ΙΙΙ
Ωστόσο αν η αναγκαιότητα και η επικαιρότητα της διάκρισης προβάλλει ως αναμφισβήτητη και εάν τα βασικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται από τον Μπόμπιο αντιστοιχούν πράγματι στις θεμελιώδεις κοινωνικοπολιτικές διαζεύξεις, το ζήτημα του συγκεκριμένου αυτοπροσδιορισμού της Α σε ένα κόσμο που δεν είναι πια ο ίδιος παραμένει επώδυνα ανοικτό. Με αυτή την έννοια οι αναλύσεις του Ιταλού φιλοσόφου δεν αποτελούν παρά αφετηρία για την περαιτέρω διερεύνηση του προβλήματος. Τα ερωτήματα «τι είναι η Α» και «τι μένει από την Α» ή με την περίφημη αγγλική τους συναίρεση, το ερώτημα «what’s left?» δεν μπορούν νομίζω να απαντηθούν πάνω στην αποκλειστική βάση των ευρύτερων αξιών τις οποίες ο Μπόμπιο αναγορεύει σε διιστορικές και αμετακίνητες ηθικές κατηγορίες της νεωτερικότητας. Η κοινωνική αδικία που κινητοποίησε και κινητοποιεί ακόμα την Α δεν έχει φυσικά αποδυναμωθεί ή εκλείψει. Αλλά οι νοηματικές μήτρες με τις οποίες προσλαμβάνεται η αδικία αυτή εμφανίζονται πολύ πιο περίπλοκες απ’ ό,τι ήταν στο παρελθόν. Το αξιακό τοπίο της πολιτικής εμπλουτίστηκε με νέες συνιστώσες. Με αποτέλεσμα η αδικία, η ανισότητα και η ανεπιείκεια να διαθλώνται μέσα από ένα συνολικό σύστημα ιδεών το οποίο δεν συγκροτείται πια μόνο από τον ιδεογραφικά σταθερό άξονα που συνέδεε τις παραδοσιακές αξίες. Πράγματι μέχρι πρόσφατα η παραδοσιακή αριστερή σκέψη συσπειρωνόταν αλλά και διαφοροποιείτο γύρω από την κεντρική ιδέα της ισότητας. Εάν σε πρώτη φάση η ιδέα αυτή συγκεκριμενοποιήθηκε με το αίτημα ισονομίας και ισοπολιτείας, επικεντρώθηκε εν συνεχεία προς την κατεύθυνση της αξίωσης να αρθούν οι κοινωνικοί όροι που παράγουν και αναπαράγουν την ανισότητα. Τα ζητήματα της ισότητας ευκαιριών, της ανακατανομής των πόρων και του εισοδήματος, του ελέγχου ή και της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας εγκαταστάθηκαν στο επίκεντρο του πολιτικού προβληματισμού. Χαρακτηριστικά δε όπως επισημαίνεται από τον Ιταλό φιλόσοφο, οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις και οι πολιτικοί διχασμοί του αριστερού χώρου εκφράζονταν με την αντιπαράθεση αντίθετων αντιλήψεων ως προς την ιεράρχηση της αξίας της ισότητας και της αξίας της ελευθερίας. Αυτό ήταν και το στοιχείο εκείνο που προδίκασε την αποκρυστάλλωση αντιτιθέμενων θέσεων ως προς την ιδιοκτησία, τα ατομικά δικαιώματα ή ακόμη και τη βία. Ακόμα και η θεμελιώδης αντίθεση ανάμεσα στην επανάσταση και τη μεταρρύθμιση παρέμενε κατά βάση αντίθεση στρατηγικού χαρακτήρα. Η αναφορά στη θεμελιώδη αξία της ισότητας ήταν και εξακολουθεί να είναι το κύριο γνώρισμα των αριστερών πολιτικών κινημάτων και ιδεολογιών. Στο μέτρο που οι επιδιωκόμενοι αξιακοί στόχοι είναι ταυτόσημοι οι βασικές διαφορές αναφέρονται στο ζήτημα του επιτρεπτού και της λυσιτέλειας των μέσων. Στο πλαίσιο αυτό οι σαφείς ιδεολογικές συνάφειες ανάμεσα στα διάφορα Αριστερά ρεύματα παρέμεναν ζωντανές και οι πολιτικές συμμαχίες μπορούσαν να συγκροτούνται και να αποσυγκροτούνται πάνω σε αξιακά ευκρινείς βάσεις. Οι πολιτικές τυπολογίες που προτείνει ο Μπόμπιο κάνοντας διάκριση ανάμεσα στις «μετριοπαθείς» και στις «ακραίες» εκφράσεις τόσο της Δ όσο και της Α με βάση το απλό σχετικά κριτήριο της στάσης ως προς την ελευθερία και κατ’ επέκταση ως προς τη δημοκρατία είναι συνεπώς ιστορικά πειστικές αλλά και αναλυτικά άρτιες. Παρ’ όλες τις δυσκολίες που ενυπάρχουν σε οποιοδήποτε εγχείρημα κατάταξης συγκεκριμένων πολιτικών τάσεων κατά μήκος ενός κατασκευασμένου και αναλυτικού ταξινομητικού άξονα είναι γεγονός ότι η περίπου καθολικά αποδεκτή τοπολογική μεταφορά που διαιρεί το πολιτικό φάσμα σε άκρα Α, κεντροαριστερά (κέντρο), κεντροδεξιά και άκρα Δ αντιστοιχεί τόσο στην ονοματισμένη πραγματικότητα όσο και στη σαφήνεια της αναπαράστασης της. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο η εικόνα εμφανίζεται λιγότερο σαφής. Η πολιτική και ιδεολογική κρίση της Α συνδέεται σίγουρα με την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και με τις τεράστιες δυσκολίες που έχει και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ο αριστερός λόγος στην προσπάθεια του να ανασυνταχθεί και να επανακτήσει την πειθώ του. Το ζήτημα όμως είναι βαθύτερο και συνδέεται στενά με τις αναλύσεις του Μπόμπιο που επιμένει και ορθώς νομίζω, να τοποθετεί το πρόβλημα σε κανονιστική βάση. Πράγματι αν η Α ορίζεται βάσει των ειδικών αξιακών της προδιαγραφών η σαφήνεια των πολιτικών θέσεων προϋποθέτει τη σχετική τουλάχιστον αποσαφήνιση των αξιακών θεμελιώσεων που όμως υπόκεινται σε αναθεωρήσεις και σε ανασημειολογήσεις. Αυτός είναι και ο κύριος στόχος των παρατηρήσεων που ακολουθούν.

IV
Εδώ δύο σημεία μου φαίνονται θεμελιακής σημασίας. Το πρώτο αναφέρεται στο περιεχόμενο του ευρύτερου αξιακού πυρήνα και των θεμελιωδών κανονιστικών αρχών γύρω από τον οποίο θα συγκροτηθούν και θα διαφοροποιηθούν οι πολιτικοί λόγοι. Το δεύτερο αναφέρεται στη γεωπολιτική κλίμακα πρόσληψης του συλλογικού δέοντος. Πιστεύω μαζί με τον Μπόμπιο ότι η θεμελιακή αξιακή αντιπαράθεση και ιεράρχηση ανάμεσα στο ιδεώδες της ισότητας και στο ιδεώδες της ελευθερίας είναι υπέρποτε εναργής. Πιστεύω όμως επίσης ότι η αντιπαράθεση αυτή δομείται στο πλαίσιο ενός νέου καθολικού αξιακού συστήματος και σε νέες γεωπολιτικές κλίμακες. Και σε τούτο νομίζω οφείλεται και η μεταβολή των όρων της ιδεολογικής σύγκρουσης όπως και η παρατηρούμενη προγραμματική σύγκλιση. Το πρώτο ζήτημα είναι ίσως και το σημαντικότερο. Πράγματι ίσως η αποφασιστικότερη και προφανέστερη μεταβολή του αξιακού ορίζοντα της κοινωνίας είναι η ασυγκράτητη εισβολή του παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης. Μετά τον Β’ ΠΠ και ακόμη πιο έντονα κατά τις τελευταίες δεκαετίες, το συλλογικό πολιτικό πρόσταγμα όλων των χωρών κυριαρχείται σχεδόν ολοκληρωτικά από την ιδέα ότι το κύριο μέλημα της έλλογης παρεμβαίνουσας Πολιτείας είναι να μεθοδεύσει κατά τον αποτελεσματικότερο τρόπο τη διόγκωση της παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας με τελικό στόχο να επιτευχθεί η αύξηση της εθνικής οικονομικής ευημερίας. Επιπλέον στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομικής ολοκλήρωσης που συντελείται με ολοένα ταχύτερους ρυθμούς η προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης προϋποθέτει την επικέντρωση του προβληματισμού στην αύξηση της εθνικής οικονομικής ανταγωνιστικότητας. Με άμεσο αποτέλεσμα την καθολική σχεδόν αποδοχή του αξιώματος ότι η σημαντικότερη πολιτική προτεραιότητα την οποία όλες οι πολιτικές δυνάμεις καλούνται να προτάξουν είναι η παραγωγιστική μεγιστοποίηση. Αυτή καθεαυτή η κανονιστική αναφορά στην ευημερία ως αυταξία δεν είναι βέβαια νέα. Ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα η θεμελιακή ιδέα της «προόδου» που κινητοποιεί τη νεωτερική σκέψη νοείται ταυτόχρονα και αξεδιάλυτα ως υλική και ηθική πρόοδος. Σπανίως όμως το σκέλος της υλικής προόδου αντιμετωπιζόταν ως άμεσο αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης, παρέμβασης ή διαχείρισης. Υπό το κράτος του άκρατου επιστημονισμού και της διάχυτης θετικιστικής αισιοδοξίας που κυριαρχούσαν κατά τον 19ο αιώνα, η υλική πρόοδος προσλαμβανόταν ως αυτόματη και άμεση συνάρτηση της τεχνικής και επιστημονικής εξέλιξης. Η ανονόμαστη ακόμη «ανάπτυξη» θα ερχόταν ως φυσικό αποτέλεσμα της τεχνικής και επιστημονικής προόδου σε συνδυασμό με την εύρυθμη και έλλογη λειτουργία της αγοράς και της κοινωνίας των πολιτών. Τουλάχιστον για τους φιλελεύθερους, η πολιτική, η δημόσια σφαίρα, αυστηρότατα χωρισμένη από την ιδιωτική περιόριζε την αρμοδιότητα της στην προαγωγή και προάσπιση των θεμελιακών ηθικών αξιών, της ελευθερίας, της ισονομίας και φυσικά της έννομης τάξης και ασφάλειας. Αλλά και για τους μαρξιστές η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων εμφανιζόταν ως αυτόνομος ιστορικός συντελεστής που κινείτο «από μόνος του» έως τη στιγμή τουλάχιστον που θα προσέκρουε στο κατεστημένο σύστημα των παραγωγικών σχέσεων. Αυτό το συγκροτημένο και ευκρινές αξιακό τοπίο θα παραμείνει αναλλοίωτο στις γενικές του γραμμές έως τον Α’ ΠΠ. Από τη στιγμή όμως που ενέσκηψε η οικονομική κρίση και συνάμα το όραμα της παγκόσμιας επανάστασης αποδείχθηκε φρούδη ελπίδα, το ζήτημα των όρων της ανάπτυξης άρχισε να εισβάλλει στην πολιτική σκηνή. Πρώτη η ΕΣΣΔ ενέταξε ρητά στο πολιτικό της πρόγραμμα το στόχο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή την οικονομική διόγκωσε «σε μια μόνη χώρα». Παράλληλα με τα σοβιέτ, «ο εξηλεκτρισμός» αναδεικνύεται στο κεντρικό κοινωνικοπολιτικό στοίχημα που θα προδικάσει την τύχη του νέου καθεστώτος. Και βαθμιαία όλες οι χώρες θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Από τον Β’ ΠΠ και κυρίως από τη δεκαετία του ’60 που σήμανε το τέλος της αποικιοκρατίας και την εγκαθίδρυση της νέας διεθνούς τάξης, η «ανάπτυξη» θα αναβιβασθεί στο επίκεντρο των πολιτικών προγραμματισμών όλων των χωρών. Η ίδρυση του ΟΟΣΑ, οι προβληματισμοί γύρω από τα «στάδια» και τα «εμπόδια» της οικονομικής ανάπτυξης, η νέα γλώσσα των ΗΕ, ο κεντρικός πολιτικός ρόλος του εθνικού οικονομικού προγραμματισμού και εν συνεχεία η αδυσώπητη ποσοτικοποίηση και τεχνικοποίηση των κομματικών λόγων καθώς και ο διάχυτος διεθνής ανταγωνισμός των δεικτών, των αριθμών και των επιδόσεων απηχούν την ευρύτερη «αναπτυξιακή συναίνεση» που μας περιβάλλει από όλες τις μεριές. Η σχετική ευημερία όχι μόνο δεν σίγασε την καταναλωτική και αναπτυξιακή δίψα αλλά την εγκατέστησε στο επίκεντρο του τρέχοντος κοινωνικού και πολιτικού φαντασιακού. Εφ’ εξής όλα συμβαίνουν σα να υπήρχαμε, να σχεδιάζαμε, να αξιολογούσαμε και να πολιτευόμαστε αποκλειστικά και μόνο για να αναπτυσσόμαστε.

Υπό τους νέους αυτούς όρους στο αξιακό πολιτικό οπλοστάσιο που μέχρι τώρα εσυγκροτείτο κυρίως από τις θεμελιώδεις αξίες της ισότητας και της ελευθερίας, προστίθεται και μια τρίτη αυτόνομη και θεμελιώδης παράμετρος η οποία τείνει μάλιστα να γίνει κυρίαρχη. Η ευημερία ως το συλλογικό πρόταγμα εμφανίζεται στις μέρες μας ως κεντρικός πυρήνας του κανονιστικού συστήματος και κατά συνέπεια τείνει να διεισδύσει αλλά και να επικαθορίσει τις παραδοσιακές αξιακές αντιπαραθέσεις. Εφ’ εξής είναι γεγονός ότι οι διαφορετικές αξιακές προσλήψεις της άρθρωσης και ιεράρχησης ανάμεσα στο ιδεώδες της ελευθερίας και στο ιδεώδες της ισότητας περιπλέκονται – τα δύο αυτά ιδεώδη δεν είναι πια δυνατόν να νοηματοδοτηθούν καθεαυτά ή σε σχέση μεταξύ τους αλλά συναρτώνται με το πρόσθετο εργαλειακό ερώτημα της πρακτικής συμβιβασιμότητας και συμβολής τους στην επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων. Εδώ νομίζω ότι εντοπίζεται η κύρια δυσκολία της ταξινόμησης των πολιτικών στάσεων στη σημερινή εποχή. Πράγματι στο παρελθόν ήταν όπως είδαμε δυνατόν να περιγράψει κανείς σχηματικά το πολιτικό φάσμα κατά μήκος ενός λογικά συνεπούς και ιστορικά αποκρυσταλλωμένου νοητού άξονα που συνεκροτείτο από την άρθρωση δύο αφηρημένων και εν μέρει ασύμβατων ιδεωδών. Οι πολιτικές ιδέες ταξινομούντο και αυτονοηματίζοντο ανεξάρτητα από τη συγκυρία και εκφράζονταν ως συναρτήσεις αξιακών θεμελιώσεων οι οποίες μπορούσαν να νοηματίζονται ως σταθερές και διιστορικές. Στο ιδεογραφικό επίπεδο η ισότητα και η ελευθερία ήταν αξίες που απέρρεαν από τις νεωτερικές αντιλήψεις για την «αξιακή φύση του ανθρώπου». Και έτσι η διχογνωμία γύρω από την προώθηση των ιδεωδών αυτών εμφανιζόταν ως αντιπαράθεση ανάμεσα στις ασύμβατες κανονιστικές πεποιθήσεις των συγκρουόμενων μερίδων και τάξεων. Το απόσταγμα του κύριου πολιτικού διακυβεύματος παρέμενε στον πυρήνα του αξιακό. Αντίθετα το «νέο» ιδεώδες της συλλογικής ευημερίας εμφανίζεται ως κείμενο προ και πέραν οποιουδήποτε αξιακού διλήμματος. Η πρόταση της ανάπτυξης και η ευημερία δεν απορρέουν από συγκεκριμένη αντίληψη για την αξιακή φύση του ανθρώπου. Εμφανίζονται απλώς ως αυτονόητα και αδιάψευστα ωφέλιμες. Και η αντίληψη αυτή είναι εν πολλοίς εύλογη εάν τουλάχιστον η αναπτυξιακή λογική αντιμετωπισθεί ως αποκομμένη από το κοινωνικό της περιβάλλον και τις προεκτάσεις της. Επιπλέον στο μέτρο που η «συλλογική ευημερία» παρίσταται ως μετρήσιμο μέγεθος, δηλαδή ως «ποσοτική» και «δυναμική» αξία που η ανοδική της πορεία δεν γνωρίζει ούτε όρια ούτε τέρμα, η κανονιστικά κατοχυρωμένη πολιτική της επιδίωξη αξιολογείται αποκλειστικά εν όψει του επιτευχθέντος ή προσδοκώμενου αναπτυξιακού αποτελέσματος. Με αυτή την έννοια για όσους προσυπογράφουν ανεπιφύλακτα την κανονιστική προτεραιότητα της ανάπτυξης, δεν μπορεί να υπάρχει καθ’ εαυτόν «Δ» ή «Α» δρόμος ως προς την επιδιωκόμενη «ποσότητα» του αξιακού αποτελέσματος. Η διόγκωση είναι εξ ορισμού διαδικασία απλώς μεγιστοποιητική. Και στο πλαίσιο αυτό η αξία της συλλογικής ευημερίες εκφράζεται με τους αυτονόητους όρους «όσο περισσότερο γίνεται». Με την παραδοχή της αυτόδηλης ωφελιμότητας της και διαμέσου της εργαλειακής μετρησιμότητας της η ανάπτυξη ξεφεύγει από τα αξιακά διλήμματα και τις παρεπόμενες διχογνωμίες ως προς την αξιακή και πολιτική της «ουσία». Οι σημερινές πολιτικές διαζεύξεις δεν αναφέρονται λοιπόν σε διαφορετικές στάσεις ως προς την ίδια την αξία της ευημερίας αλλά στη συμβατότητα και ιεράρχηση της αξίας αυτής σε σχέση με τις άλλες θεμελιακές αξίες. Και με αυτή την έννοια δεν υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις ως προς το επιθυμητό της ευημερίας αλλά διαφορετικές πολιτικές απόψεις ως προς το καίριο ερώτημα του μέτρου στο οποίο οι παραδοσιακές υπέρτατες αξίες πρέπει ή όχι να «υποχωρήσουν» μπροστά στις επιταγές του αναπτυξιακού ιδεώδους. Στο ερώτημα αυτό οι απαντήσεις φυσικά ποικίλλουν. Όμως είναι σαφές ότι σε κάποιο τουλάχιστον μέτρο όλες οι πολιτικές παρατάξεις αποδέχονται να προτάξουν τη δεοντολογία της οικονομικής διόγκωσης. Έτσι και αν ακόμα η «υποχώρηση» αυτή εκλογικευθεί ως «προσωρινή» (αν και η ανάπτυξη ως ατέρμων διαδικασία δεν είναι ποτέ δυνατόν να θεωρηθεί τετελεσμένη) δεν μπορεί κατά κανέναν τρόπο να θεωρηθεί απλή «τακτική» αναδίπλωση. Ο φετιχισμός εντός ορίζοντα διαρκώς αυξανόμενης παραγωγικής και καταναλωτικής ευημερίας φαίνεται να επικαθορίζει όλες τις φαντασιακές προβολές. Η αποδυνάμωση των ουτοπικών προταγμάτων είναι συνώνυμη με την εξαφάνιση των χιμαιρικών ονείρων για κάποια ιδεώδη Πολιτεία, κανονιστικά αποκρυσταλλωμένη και αξιακά σταθερή. Με αυτή την έννοια η ανάπτυξη είναι η πρώτη δυναμική ουτοπία της ιστορίας, ουτοπία που αντλεί τη δύναμη και την ανθεκτικότητα της από την πρωτοφανή απλούστευση του τρόπου με τον οποίο προσλαμβάνονται εφεξής οι αυτόδηλα «ωφέλιμες» προβολές του κοινωνικού γίγνεσθαι. Και εάν είναι η πρώτη φορά που μπορεί να υπάρξει πλήρης συναίνεση γύρω από το τι πρέπει να γίνει, αυτό οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι η καταξίωση της απλής και μετρήσιμης «ποσότητας» δεν υπόκειται στις κανονιστικές αμφισβητήσεις που συνοδεύουν κάθε «αξιακή ποιότητα». Σε αντίθεση με τις άλλες αξίες το ιδεώδες της διόγκωσης δεν μπορεί να προδώσει τους ζηλωτές του αλλιώς παρά μέσα από τη μη-επίτευξη του.

Στο σημείο αυτό ακριβώς επικεντρώνεται η σαφέστατη ιδεολογική διαφοροποίηση του νέου κυρίαρχου συνολικού αξιακού συστήματος σε αντιδιαστολή προς το παρελθόν. Ως αυτόδηλα ωφέλιμη και ως ποσοτικά μετρήσιμη, η ανάπτυξη και η ευημερία προσλαμβάνονται ως «προπολιτικές» αξίες οι οποίες δεν επιδέχονται αμφισβήτηση ούτε ως προς την κανονιστική τους θεμελίωση ούτε ως προς τον έλεγχο της κοινωνικής τους υλοποίησης. Και έτσι σε πλήρη αντίθεση με ό,τι συνέβαινε με την ισότητα και την ελευθερία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να αρθρωθεί πολιτική επιχειρηματολογία εναντίον της. Η ατέρμων αύξηση της συλλογικής ευημερίας είναι εξ ορισμού ωφέλιμη σε όλους. Και έτσι για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία η κοινωνία φαίνεται να έχει «ανακαλύψει» ένα αξιακό ιδεώδες το οποίο ενώ αναδεικνύεται ς το κύριο αντικείμενο της πολιτικής παρέμβασης και διαχείρισης, εμφανίζεται ταυτόχρονα ως κείμενο προ και πέραν της πολιτικής. Εφ’ εξής λοιπόν οι διαφορετικές εκτιμήσεις ως προς την εσωτερική ιεράρχηση των επιμέρους θεμελιακών ιδεωδών στο πλαίσιο του συνολικού αξιακού συστήματος υπόκεινται πια στο αδυσώπητο επικαθορισμό των χειροπιαστών ωφέλιμων και ποσοτικοποιημένων στόχων. Και συνεπώς οι σύγχρονες κοινωνίες μπορούν πια να αυτοπροσδιορίζονται μέσα από την αύξουσα εγκατάλειψη των αξιακών διλημμάτων. Η απομαγικοποίηση του κόσμου ολοκληρώνεται μέσα από την απομαγικοποίηση των θεμελιωδών αξιών. Ειρωνικά ο Μαρξ επανέρχεται αναποδογυρισμένος και από το παράθυρο. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αντιμετωπίζεται ως προϋπόθεση για τη συζήτηση για οποιονδήποτε αναπροσδιορισμό των παραγωγικών σχέσεων. Μόνο που η ανάπτυξη αυτή εμφανίζεται πια ως αυταξία. Όσο οι παραγωγικές δυνάμεις είναι ακόμη δυνατόν να αναπτύσσονται, οι παραγωγικές σχέσεις οφείλουν να παραμένουν στην υπηρεσία τους. Μη θίγετε τα αναπτυξιακώς κείμενα.

V
Και περαιτέρω όμως η συνάρθρωση των δύο θεμελιωδών πολιτικών αξιών της ελευθερίας και της ισότητας με το σύγχρονο ιδεώδες της ευημερίας δεν γίνεται με τους ίδιους όρους. Πράγματι με την πλήρη επικράτηση των ελεύθερων αγοραίων καπιταλιστικών συστημάτων η τρέχουσα αναπαράσταση της «ελευθερίας» εμφανίζεται πλήρως συμβατή με το ιδεώδες της αναπτυξιακής ευημερίας. Στο μέτρο που έχει γίνει πια καθολικώς αποδεκτό ότι η ελευθερία των αγοραίων συναλλαγών αποτελεί το αναγκαίο και λυσιτελέστερο μέσο για την επίτευξη ποσοτικά μεγιστοποιητικών λύσεων (και είναι σαφές ότι η παραδοχή αυτή ενισχύθηκε αποφασιστικά από την πενιχρή αναπτυξιακή «επίδοση» των σοσιαλιστικών χωρών) η απόλυτη συμβιβασιμότητα και συνάφεια ανάμεσα στο αναπτυξιακό ιδεώδες και στον πολιτικό φιλελευθερισμό εμφανίζεται ως δεδομένη. Έτσι η τρέχουσα εξομοίωση ανάμεσα στο ιδεώδες της ελευθερίας και στο ιδεώδες της ευημερίας αναδεικνύεται σε κοινό τόπο. Όμως η εξομοίωση αυτή δεν προκύπτει από εγγενή αξιακή συνάφεια ανάμεσα στα δύο αυτά ιδεώδη αλλά θεωρείται απορρέουσα από την ιστορική εμπειρία. Η κανονιστική θεμελίωση διαπλέκεται με τη διαφαινόμενη εργαλειακή συμβατότητα. Έτσι και αν ακόμα γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός ότι η οικονομική και πολιτική ελευθερία οδηγεί «συνήθως» ή «κατά τεκμήριον» στην ποσοτικά εκφραζόμενη συλλογική ευημερία (και η απόδειξη ενός τέτοιου ισχυρισμού θα προϋπέθετε εντελώς άλλης τάξεως τεκμηρίωση και συλλογιστική) οι δύο αυτές «υπέρτατες» αξίες παραμένουν λογικά ανεξάρτητες η μια από την άλλη. Πολιτικά όμως και ιδεολογικά εμφανίζονται ως σύμφυτες. Γεγονός που αποτελεί νομίζω την πρώτη και σημαντικότερη πολιτική και ιδεολογική νίκη της «Δ». Έτσι η προτεραιότητα του ιδεώδους της ελευθερίας δεν εμφανίζεται απλώς αξιακά δικαιωμένη. Ταυτόχρονα λογίζεται ως ιστορικά ωφέλιμη αφού αναπαριστάνεται ως αναγκαία και επαρκής προϋπόθεση για την προώθηση της ανάπτυξης και της ευημερίας. Αντίθετα η σχέση του ιδεώδους της ισότητας με το ιδεώδες της ανάπτυξης και της ευημερίας εμφανίζεται εξ υπαρχής προβληματική και εν πολλοίς αντιθετική. Το γεγονός ότι οι αριστερές «ισωτικές» αξίες υποχρεούνται να «απολογούνται» για τις ενδεχόμενες «αντί-αναπτυξιακές» τους προεκτάσεις μεταθέτει την πολιτική σύγκρουση και το πεδίο των αξιακών αναμετρήσεων στο πεδίο των εργαλειακών απολογισμών και προϋπολογισμών. Στο σημείο αυτό συνοψίζεται η αύξουσα δυσκολία της Α να αρθρώσει έναν νέο αυτόνομο λόγο. Δεν είναι τυχαίο ότι το οικουμενικά κυρίαρχο πολιτικοϊδεολογικό διακύβευμα, τουλάχιστον στις ανεπτυγμένες χώρες, επικεντρώνεται σήμερα στους όρους και στα όρια της οικονομικής και κοινωνικής ανακατανομής. Αυτό αποτελεί τη δεύτερη και παρεπόμενη της πρώτης νίκη της Δ. Ο μείζων ιδεολογικός αποπροσανατολισμός της Α έγκειται νομίζω στο γεγονός ότι το διακύβευμα της ανάπτυξης στοιχειοθετείται και εκλογικεύεται με βάση την παραδοχή ότι από ένα σημείο και πέρα ο ανακατανεμητικός κρατικός παρεμβατισμός λειτουργεί ανασταλτικά και μάλιστα ανασχετικά ως προς την επίτευξη υψηλών ρυθμών αύξησης της παραγωγής και της παραγωγικότητας και ότι ταυτόχρονα τείνει να υποσκάψει τη διεθνή ανταγωνιστική θέση της χώρας.

Δεν ενδιαφέρει επί του προκειμένου κατά πόσον η παραδοχή αυτή είναι ή όχι θεμελιωμένη ούτε έχει σημασία η συγκεκριμένη πολιτική της χρήση. Από την άποψη του κανονιστικού περιεχομένου της πόλωσης ανάμεσα στη Δ και στην Α προέχει να υπογραμμισθεί απλώς ότι η παραδοσιακή κανονιστική σύγκρουση έχει υποστεί σαφέστατη νοηματική διάθλαση. Αντί να τίθεται το ζήτημα όπως πριν, δηλαδή ως πρόβλημα κανονιστικής συμβιβασιμότητας και ιεράρχησης ανάμεσα στα κατ’ αρχήν «ισότιμα», εξίσου θεμελιώδη και αυθύπαρκτα αξιακά ιδεώδη της ελευθερίας και της ισότητας, η πολιτική αντιπαράθεση μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση της ιδεολογικής και πολιτικής διαπραγμάτευσης του βαθμού στον οποίο το, κατά παραδοχήν πλέον δευτερεύουσας σημασίας ιδεώδες της ισότητας είναι δυνατόν να προαχθεί χωρίς να θιγεί το γενικά αποδεκτό ως «αντικειμενικό» και εργαλειακά πρωτεύον ιδεώδες της ανάπτυξης. Και υπό τους όρους αυτούς είναι σαφές ότι ο άξονας Δ-Α χάνει όχι μόνο τη στιλπνότητα αλλά και την πειστικότητα του. Πόσο μάλλον που και αυτό είναι ίσως η κυριότερη πρακτική ιδεολογική προέκταση όσων προηγήθηκαν, η ταξινόμηση του πολιτικού λόγου κατά μήκος του παραδοσιακού άξονα εμφανίζεται εφ’ εξής ως επικεντρωμένη σε ζητήματα τακτικής. Στο μέτρο που το σύνολο περίπου του πολιτικού φάσματος φαίνεται να αποδέχεται ότι το αγαθό της ισότητας και συγκεκριμένα της κοινωνικοοικονομικής ισότητας είναι προακτέο μόνο στο μέτρο που δεν εμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη, η συζήτηση και αντίθεση περιορίζεται σε διαφορετικές αντιλήψεις για το κατά πόσον το κατά κοινή πλέον αποδοχή επικουρικό ιδεώδες της ισότητας είναι «τεχνικά» δυνατόν να προάγεται χωρίς αρνητικές αναπτυξιακές παρενέργειες. Στο σημείο βέβαια αυτό που εκφράζεται με μια ολοένα και πιο τεχνοκρατική γλώσσα, οι αντιλήψεις διαφέρουν και μάλιστα πολλές φορές ριζικά. Ωστόσο οι διαφορές και συνεπώς τα κριτήρια ταξινόμησης των πολιτικών δυνάμεων γίνονται ολοένα και πιο εργαλειακά και με αυτή την έννοια σχετικοποιημένα. «Α» εμφανίζεται σήμερα η πολιτική θέση που επιμένει ότι τα ιδεώδη της ισότητας και επομένως τα οποιαδήποτε μέτρα που κατατείνουν στην ανακατανομή είναι ή τουλάχιστον μπορεί να είναι «εν τούτοις» (και αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται η κατ’ επίφασιν «ουδέτερη» τεχνοκρατική γλώσσα) in extremis συμβατά με μιαν ανάπτυξη που θεωρείται ως αξιακά πρωτεύουσα. Υπό τους όρους όμως αυτούς είναι προφανές ότι το πολιτικοϊδεολογικό παιχνίδι παίζεται στην έδρα του αντιπάλου.

VI
Η δεύτερη παράμετρος που συντείνει στην αξιακή ομίχλη η οποία φαίνεται να περιβάλλει τις πολιτικές αντιπαραθέσεις σχετίζεται με τη γεωπολιτική κλίμακα των διακυβευμάτων. Πράγματι μέχρι πρόσφατα οι αξιακές συγκρούσεις που αναφέρονται σε συγκεκριμένα κοινωνικά προτάγματα οριοθετούντο στους κόλπους μιας συγκεκριμένης ανθρώπινης κοινότητας ή κοινωνίας με τρόπο που εμφανιζόταν εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, απόλυτα συμβιβάσιμος και συμβατός με αντίστοιχα προτάγματα που κρυσταλλώνονται στο πλαίσιο άλλων κοινωνιών. Έτσι π.χ. η «Α» των ανεπτυγμένων χωρών δεν νοηματιζόταν σε αντιδιαστολή με την «Α» των υπανάπτυκτων χωρών. Η προσήλωση στην αξία της ισότητας και στις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης εκφραζόταν παντού με τους ίδιους περίπου κανονιστικούς όρους. Έστω και αν τα πολιτικά συνθήματα και προγράμματα διαθλώντο μέσα από τις εθνικές ιδιαιτερότητες και συχνά και από τις εθνικιστικές βλέψεις και μολονότι τα περισσότερα αριστερά κινήματα υπέστησαν τη μακρόχρονη σοβιετική καθοδήγηση, η αξιακή και πολιτική σύμπλευση των αριστερών κινημάτων ήταν αν όχι δεδομένη, τουλάχιστον τρέχουσα. Ο προλεταριακός διεθνισμός, οι αντιαποικιακές κινήσεις και τα διάφορα αντιιμπεριαλιστικά μέτωπα στηρίζονται στην προϋπόθεση ότι τα ταξικά και ιδεολογικά «συμφέροντα»των εργατικών τάξεων και ευρύτερα των ταπεινών και καταφρονεμένων όλου του κόσμου ήταν κοινά. Εθεωρείτο αυτόδηλο ότι το ιδεώδες της ισότητας μπορούσε και έπρεπε να προωθείται από όλους και σε όλες τις χώρες με ίδιους περίπου αξιακούς όρους. Η κανονιστική πάλη ανάμεσα στη Δ και στην Α εμφανιζόταν ενιαία και δυνάμει τουλάχιστον ομότροπη. Από την άποψη αυτή και σε πλήρη αντιδιαστολή με τα παραπάνω, το αξιακό σκηνικό κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες φαίνεται να έχει υποστεί σοβαρότατες μεταλλαγές. Πράγματι από τη στιγμή που το ιδεώδες της ισότητας εμφανίζεται ως πολιτικά συναρτημένο και αξιακά διαπραγματεύσιμο με το ιδεώδες της ανάπτυξης και της ευημερίας, τροποποιούνται από τη βάση τους και οι όροι υπό τους οποίους προσλαμβάνεται η συμβιβασιμότητα και συμβατότητα ανάμεσα στις επιμέρους εθνικές πολιτικές επιλογές. Ενώ η προώθηση των ιδεωδών της ισότητας και της ελευθερίας σε διάφορες χώρες μπορούσε να προσληφθεί ως απόλυτα ομόλογη με την προώθηση αντίστοιχων ιδεωδών σε άλλες χώρες, το ιδεώδες της ανάπτυξης προσλαμβάνεται εκ των πραγμάτων με όρους εγγενώς ανταγωνιστικούς σε σχέση με τους «άλλους». Ούτε το πρόταγμα της ελευθερίας ούτε το πρόταγμα της ισότητας εμφανίζονταν ποτέ ως συναρτημένα με αντίστοιχα προτάγματα σε άλλες χώρες. Η εθνική αξιακή στάθμιση που οριοθετούσε τις πολιτικές επιλογές ήταν κατ’ αρχήν αυτόνομη και αυτοτελής. Αντίθετα η προώθηση της ανάπτυξης και της ευημερίας δεν είναι ποτέ αυτοτελής πολιτική επιλογή. Η μεθόδευση της είναι πάντοτε συνάρτηση των αντίστοιχων μεθοδεύσεων που επιχειρούνται σε παγκόσμια κλίμακα. Οι νέες κανονιστικές επιταγές διαδραματίζονται σε ένα κόσμο που εμφανίζεται ως ενιαίος και ολοκληρωμένος. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους: Από τη μια μεριά ήδη το γεγονός της οικουμενικής εισβολής της ποσοτικοποιημένης αξίας της ανάπτυξης και της ευημερίας είχε ως αποτέλεσμα την αναπαράσταση των κανονιστικών «επιδόσεων» με μετρήσιμους δείκτες που υπογραμμίζουν τις αναπτυξιακές διαφορές εις βάρος όλων των άλλων και εξωθούν ψυχαναγκαστικά προς την ανταγωνιστική πρόσληψη των υπό συνεχή οικονομική διόγκωση κοινωνιών. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι όλες οι χώρες που επιδιώκουν τη ρηματική κοινωνικοπολιτική τους καταξίωση χρησιμοποιούν και συχνά ακόμα και χαλκεύουν δείκτες ανάπτυξης και ευημερίας. Όπως αντίθετα είναι χαρακτηριστικό ότι ουδέποτε εκπονήθηκαν αντίστοιχοι «δείκτες ισότητας» ή «δείκτες κοινωνικής δικαιοσύνης» ακόμα και όταν υπήρχε το σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Αντίθετα με το παρελθόν λοιπόν σήμερα το συνολικό αξιακό σύστημα εμφανίζεται ως καταναγκαστικά ποσοτικοποιήσιμο. Η έννοια της «προόδου», κεντρική στο πρόταγμα του διαφωτισμού, έχει καταλήξει να είναι περίπου συνώνυμη με τη μετρήσιμη οικονομική διόγκωση. Και ό,τι το μετρήσιμο είναι εξ ορισμού και συγκρίσιμο. Από την άλλη μεριά και πολύ σημαντικότερο, στο πλαίσιο του διεθνούς συστήματος η εθνική οικονομική ανάπτυξη ως πραγματική ιστορική προοπτική και ως πρακτική πολιτική μεθόδευση λειτουργεί με όρους μηδενικού αθροίσματος. Η προώθηση της εθνικής οικονομικής ανταγωνιστικότητας στους κόλπους του παγκόσμιου συστήματος εμφανίζεται ως ακρογωνιαίος λίθος όλων των συλλογικών προταγμάτων. Η ανάπτυξη νοείται αλλά και επιτυγχάνεται είτε εις βάρος είτε εν πάση περιπτώσει σε αντιπαράθεση με τις άλλες χώρες. Και έτσι η παράταση της συλλογικής ευημερίας δεν είναι δυνατόν παρά να αποτιμάται με όρους συγκρισιακούς – κατ’ αρχάς βέβαια με το χθες και το προχθές αλλά ακόμη περισσότερο με τους «άλλους». Η μεθόδευση του εθνικού οικονομικού προγραμματισμού αλλά και η περιχαράκωση του συλλογικού παραγωγικού και καταναλωτικού φαντασιακού σε εθνικά πλαίσια είναι πια αδιανόητες. Και δεν είναι τυχαίο ότι υπό τις σημερινές συνθήκες ο οικονομικός απομονωτισμός, ο αυτόνομος εθνικός οικονομικός προγραμματισμός, ακόμα και η αλήστου μνήμης υποκατάσταση εισαγωγών φαντάζουν σαν περίεργα απολειφάδια μιας άλλης εποχής. Ας θυμηθούμε ότι ένας από τους λόγους που οδήγησαν τις σοσιαλιστικές δημοκρατίες στην κατάρρευση ήταν η αδυναμία τους να εκλογικεύσουν την ανημποριά τους να παρακολουθήσουν το παγκόσμιο αναπτυξιακό και καταναλωτικό ιδεώδες. Εφ’ εξής είναι σαφές ότι η οικονομική ανταγωνιστικότητα προσλαμβάνεται πια σαν απαρέγκλιτη συνάρτηση των οικουμενικών κανόνων του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού στο πλαίσιο της παγκόσμιας αγοράς που έχει ήδη προ πολλού επικρατήσει απόλυτα.

Η διαδικασία αυτή βέβαια δεν εκτυλίσσεται χωρίς αντιφάσεις. Πράγματι από μια πλευρά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας συνεπάγεται τη συνεχή μείωση των περιθωρίων παρέμβασης των εθνικά συγκροτημένων πολιτικών εξουσιών στις μείζονες οικονομικές αποφάσεις. Στο πλαίσιο ενός συστήματος όπου το υπερεθνικό κεφάλαιο κινείται ελεύθερα και ανεξέλεγκτα, τα οικονομικά σύνορα χάνουν ολοένα και περισσότερο τη σημασία τους με αποτέλεσμα οι εξωγενείς αξιακές και οργανωτικές προδιαγραφές των εθνικών οικονομικών πολιτικών όχι μόνο να μην απελευθερώνονται αλλά αντίθετα να τιθασεύονται στο άρμα των οικουμενικών επιταγών. Όσο πιο ανίκανη είναι μια χώρα να προγραμματίσει το οικονομικό της μέλλον τόσο περισσότερο υποχρεωμένη είναι να παίζει ολόψυχα το μεγιστοποιητικό ανταγωνιστικό παιχνίδι θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τις δεοντολογίες της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Και με αυτή την έννοια η αύξουσα οικονομική ετερονομία των ανεξάρτητων χωρών συνεπιφέρει εντεινόμενη αξιακή ετερονομία. Ακόμη και να το επιθυμούσαν, οι εθνικές πολιτικές δυνάμεις είναι υποχρεωμένες να αυτοπροβληματίζονται συνεχώς ως προς το μέτρο στο οποίο θα καθυποτάξουν τις αξιακές τους επιλογές στην εξωγενή παράμετρο της αναγκαστικής σύγκλισης στις κυρίαρχες σε παγκόσμιο επίπεδο κανονιστικές προτεραιότητες. Είναι φυσικό η αποδυνάμωση αυτής της πολιτικής και αξιακής αυτονομίας να επηρεάζει και να αποπροσανατολίζει κατά κύριο λόγο την Α. Πράγματι αν δεχτούμε μαζί με τον Μπόμπιο ότι η Α προσδιορίζεται από την ιδιαίτερη ευαισθησία της στο «μέτωπο της ανισότητας» είναι σαφή τα αίτια που αφαιρούν από τον αριστερό λόγο την παλιά του απήχηση. Πράγματι ακόμα και αν συχνά αναγκάστηκαν να αναδιπλώσουν τακτικά τις επιδιώξεις τους, οι παραδοσιακές δυνάμεις της Α δεν σταμάτησαν ποτέ να προτάσσουν το ιδεώδες της ισότητας έναντι όλων των άλλων αξιών. Αυτή υπήρξε η σημαία τους και σ’ αυτήν όφειλαν τη μαζική τους απήχηση. Όταν λοιπόν το μέτωπο της ανισότητας αντιμετωπίζεται ως επικουρικό σε σχέση με τη νέα οικουμενική αξία της ποσοτικής ανάπτυξης και ευημερίας, όταν με άλλα λόγια η μεθόδευση ανακατανεμητικών διαδικασιών εμφανίζεται ως εν μέρει και μόνο συμβατή με το υπερκείμενο ιδεώδες της εθνικής ποσοτικής διόγκωσης, το κοινωνικοπολιτικό διακύβευμα γίνεται ολοένα και αχνότερο. Αν στο παρελθόν η Α διαπραγματευόταν τα προγράμματα της, σήμερα φαίνεται να διαπραγματεύεται ακόμα και τις αξίες της. Επιπλέον υπό τους νέους αυτούς όρους είναι φυσικό το αξιακό ιδεώδες της ισότητας μέσα στη χώρα και το ιδεώδες της ισότητας ανάμεσα στις χώρες, υποταγμένα πια όπως είναι στην ευρύτερη δεοντολογία της ανάπτυξης να τείνουν να εμφανίζονται σε ολοένα μεγαλύτερη σύγκρουση μεταξύ τους. Στο μέτρο που η πολιτική κονίστρα ορίζεται ακόμα αποκλειστικά από τα εθνικά κράτη, στους κόλπους των οποίων ανδρώνονται αλλά και κατατάσσονται οι πολιτικές δυνάμεις και οι πολιτικές ιδέες, ολόκληρο το πολιτικό φάσμα εμφανίζεται υποχρεωμένο να προτάξει ή τουλάχιστον να διαπραγματευθεί το ζήτημα της εθνικής οικονομικής ανταγωνιστικότητας. Έτσι η προφανής πλέον σύγκρουση ανάμεσα στις επιταγές της τελευταίας με τις επιταγές της προώθησης της υπερεθνικής ισότητας μοιάζει να αποτελεί πια ρητό εξωτερικό όρο του πολιτικού λόγου. Ο «αριστερός» εθνικός πολιτικός λόγος φαίνεται συχνά να μετατρέπεται σε «δεξιό» όταν το διακύβευμα αναφέρεται στους όρους ενσωμάτωσης της χώρας στο διεθνές σύστημα.

VII
Με βάση τα παραπάνω θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι η Α βρίσκεται σε αδιέξοδο. Όμως ακολουθώντας και πάλι τον Μπόμπιο πιστεύω ότι μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν εντελώς εσφαλμένη. Όχι μόνο επειδή η ιστορία δεν τελείωσε και δεν είναι δυνατόν και να τελειώσει, αλλά ούτε και επειδή όπως επισημαίνει αυτός, κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στην ώθηση προς μιαν ολοένα μεγαλύτερη ισότητα των ανθρώπων. Ακόμα σημαντικότερο ίσως είναι το γεγονός των σωρευμένων προβλημάτων και των καταστροφικών προοπτικών οι οποίες συνδέονται με την ψυχαναγκαστική μεγιστοποίηση που μας περιβάλλει. Οι επαπειλούμενες οικολογικές καταστροφές, η τεράστια άνοδος των ποσοστών ανεργίας, οι πολλαπλασιαζόμενοι κοινωνικοί αποκλεισμοί, η αύξουσα αθλιότητα του τρίτου κόσμου, και ευρύτερα η προφανής ανικανότητα του συστήματος να παράσχει το ελάχιστο της επιβίωσης σε δισεκατομμύρια ανθρώπους οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια την οικουμένη σε έκρηξη. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αυτή η απροσδιόριστη αλλά απαρέγκλιτη υπερκείμενη αξία που επιτρέπει τη νοηματική αποκρυστάλλωση των ειδικότερων ιδεωδών που τη συγκροτούν, έχει καταρρακωθεί. Αποκομμένη συνειδητά από τις κοινωνικές ης επιπτώσεις, η αλόγιστη οικονομική διόγκωση υπόσχεται μόνο καταστροφές. Και αντίδραση θα υπάρξει ακόμα και εάν η αντίδραση αυτή απειλεί να οδηγήσει το σημερινό παγκόσμιο σύστημα σε πλήρη κατάρρευση. Όπως συνέβαινε και πριν από ενάμιση αιώνα, οι σκλάβοι δεν έχουν να χάσουν παρά μονάχα τις αλυσίδες τους. Σήμερα όμως οι σκλάβοι είναι πολυαριθμότεροι, πιο απελπισμένο και ενδεχομένως πολύ πιο βίαιοι. Και εν ανάγκη δεν θα διστάσουν να ταφούν κάτω από τα ερείπια του οικοδομήματος που θα γκρεμίσουν. Εκτός βέβαια αν αναβιώσει η πολιτική τους ελπίδα. Δηλαδή αν αναβιώσει η Α. Με αυτή την έννοια, η χαμένη αυτοσυνείδηση της Α πρέπει να αποκατασταθεί όχι μόνο για χάρη της Α αλλά και για χάρη εκείνων στους οποίους οι ιδέες της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης προκαλούν αξιακή αλλεργία. Εάν όπως έχει λεχθεί το κοινωνικό κράτος έσωσε κάποτε τον καπιταλισμό εκτονώνοντας τις σωρευόμενες αντιθέσεις, σήμερα η Α καλείται να σώσει τον κόσμο ολόκληρο από τις εκρήξεις που θα τον καταστρέψουν. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει να αναβιώσουν τα αξιακά της πρότυπα και ιδεώδη. Το ιδανικό της ισότητας και οι αξίες της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης θα πρέπει και πάλι να εμφανισθούν ως μη-διαπραγματεύσιμες αξιακές αφετηρίες όλων των σχεδιαζόμενων κοινωνικών μετασχηματισμών. Και στο πλαίσιο αυτό η τρέχουσα ιεράρχηση ανάμεσα στην ισότητα και στην ανάπτυξη θα πρέπει να αναστραφεί. Η τεχνολογία και η επιστήμη έχουν ήδη καταστήσει δυνατούς τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Και έτσι εάν η διόγκωση και η ευημερία είναι καθ’ όλα επιθυμητοί και επιτεύξιμοι κοινωνικοί στόχοι, θα πρέπει πια να μπορεί να καλούνται να εξυπηρετήσουν τους σημαντικότερους και ίσως πιο επείγοντες στόχους της προώθησης της ισότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η άμεση προώθηση της αλληλεγγύης είναι αξιακά σημαντικότερη από την άμεση προώθηση της ευημερίας. Αντί η ισότητα να προάγεται μόνο στο μέτρο που είναι συμβατή με την ανάπτυξη, θα πρέπει να σκεφτούμε τρόπους για να πείσουμε τους πολίτες ότι η ανάπτυξη και η διόγκωση θα πρέπει να προάγονται σε συνεχή διάλογο και διαπραγμάτευση με την ισότητα, την κοινωνική δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η κατανάλωση και η υλική ευζωία των ήδη κατεχόντων μπορεί να συρρικνωθεί χωρίς μείζον κοινωνικό κόστος. Αντίθετα η αδιαφορία για την περαιτέρω συρρίκνωση των ελπίδων επιβίωσης των λιμοκτονούντων απειλεί ολόκληρο τον κόσμο.

Με αυτή την έννοια η ανάπτυξη και η ευημερία δεν είναι πια δυνατόν να αντιμετωπίζονται ως αυτόδηλες αυταξίες που κείνται εκτός και προς της πολιτικής. Όσο θετικές και ωφέλιμες και αν είναι, οι αξίες αυτές δεν είναι ανεξάρτητες ούτε υπερκείμενες σε σχέση με τις εξίσου πρωταρχικές αξίες της ισότητας και της ελευθερίας, αλλά και προφανώς δεν μπορεί να έχουν την προτεραιότητα μπροστά στα νέα αδυσώπητα πλανητικά προβλήματα που ενέσκηψαν με την καταστροφή του περιβάλλοντος ή τις απειλές για την ειρήνη. Έτσι καθίσταται σαφές ότι ο αξιακός αστερισμός της εποχής μας δεν είναι δυνατόν να εμφανίζεται ως λιγότερο σύνθετος και διαπραγματεύσιμος από ότι ήταν στο παρελθόν. Η «αξιακή ειρήνη» που μας επιβλήθηκε δεν είναι απλώς διαβλητή αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνη. Η απλουστευτική παραδοχή ότι η μετρήσιμη ωφελιμότητα αποτελεί τη μόνη αυτόδηλη αξία οδηγεί στην αποουσιαστικοποίηση της πολιτικής και στον ενταφιασμό των αξιακών προδιαγραφών της ανθρώπινης πολιτειακής αυτοθέσπισης. Τίποτα δεν βρίσκεται εκ των προτέρων εκτός πολιτικής διαπραγμάτευσης και καμία εργαλειακή βεβαιότητα δεν επιτρέπεται να επιβάλλει αυτονόητες αξιακές ιεραρχίες. Η πολιτική πρέπει να επιστρέψει με όλα της τα διλήμματα και με όλες της τις αντιφάσεις. Προϋποτίθεται βέβαια η κανονιστική παλινόρθωση της Α. Θα πρέπει να επανέλθουμε στην αξιακή θεμελίωση της πολιτικής αντιπαράθεσης, να αναδιατυπώσουμε και να επανιεραρχήσουμε τα μείζονα επίμαχα διακυβεύματα και να ανασυντάξουμε τον νοητικό κανονιστικό άξονα που είναι αναγκαίος στη συνειδητή κοινωνικοπολιτική αυτοθέσπιση. Έτσι και μόνο θα απαγκιστρωθούμε από μια συγκυρία που μας πνίγει και από τα ποσοτικά οράματα που μας τυφλώνουν. Έτσι και μόνο μπορεί να αντιμετωπισθούν τα νέα προβλήματα της εποχής μας, το περιβάλλουν, ο κοινωνικός αποκλεισμός, ο ρατσισμός, οι εθνικισμοί, καθώς και οι προϊούσες αντιφάσεις ανάμεσα στην εθνική και στη διεθνή έννομη τάξη. Έτσι και μόνο μπορεί να ξαναγεννηθεί η ελπίδα, να επανέλθει η στράτευση και να ξανανθίσουν οι ουτοπικές φαντασιώσεις. Αν ο κόσμος εμφανίζεται γερασμένος, η Α θα είναι και πάλι η νέα του νιότη.

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς

0 ΣΧΟΛΙΑ: